Παιδική παχυσαρκία: πρόληψη και αντιμετώπιση χωρίς ενοχές

«Μήπως το παιδί μου έχει παραπάνω βάρος;»

«Είναι απλώς η ανάπτυξή του ή πρέπει να κάνουμε κάτι;»

«Χρειάζεται δίαιτα;»

«Πώς μπορώ να το βοηθήσω χωρίς να το κάνω να αισθάνεται άσχημα για το σώμα του;»

Η παιδική παχυσαρκία είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα υγείας της εποχής μας. Δεν αφορά όμως την εμφάνιση ενός παιδιού και δεν είναι ζήτημα «θέλησης», πειθαρχίας ή αποτυχίας των γονέων.

Αφορά πρωτίστως την υγεία και την πορεία της ανάπτυξής του.

Ο στόχος επομένως δεν είναι να βάλουμε ένα παιδί «σε δίαιτα», ούτε να κυνηγήσουμε έναν αριθμό στη ζυγαριά. Είναι να αναγνωρίσουμε έγκαιρα μια πορεία υπερβολικής αύξησης του βάρους και να βοηθήσουμε ολόκληρη την οικογένεια να δημιουργήσει συνήθειες που μπορούν να διατηρηθούν μακροπρόθεσμα.

Πότε λέμε ότι ένα παιδί έχει αυξημένο βάρος;

Στα παιδιά δεν αξιολογούμε το βάρος με τον ίδιο τρόπο όπως στους ενήλικες.

Το παιδί μεγαλώνει συνεχώς. Γι’ αυτό το βάρος πρέπει να εξετάζεται σε σχέση με το ύψος, την ηλικία, το φύλο και την πορεία της ανάπτυξης στον χρόνο.

Από την ηλικία των 2 ετών χρησιμοποιούμε συνήθως τον Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ ή BMI) για την ηλικία και το φύλο, ο οποίος αποτυπώνεται στις κατάλληλες καμπύλες ανάπτυξης. Ο ΔΜΣ αποτελεί χρήσιμο εργαλείο ανίχνευσης, αλλά δεν είναι από μόνος του πλήρης διάγνωση ούτε περιγράφει συνολικά την υγεία ενός παιδιού.

Στις καμπύλες CDC, για παράδειγμα, ως υπέρβαρο χαρακτηρίζεται BMI από την 85η έως κάτω από την 95η εκατοστιαία θέση και ως παχυσαρκία BMI στην 95η εκατοστιαία θέση ή υψηλότερα.

Περισσότερο όμως από μία μεμονωμένη μέτρηση, ενδιαφέρει τον παιδίατρο
η πορεία του παιδιού στην καμπύλη ανάπτυξης.

Μια σταδιακή και σημαντική μεταβολή της πορείας του βάρους μπορεί να είναι πολύ πιο χρήσιμη πληροφορία από το αν ένα παιδί «φαίνεται αδύνατο» ή «φαίνεται γεμάτο».

Γιατί ένα παιδί μπορεί να πάρει υπερβολικό βάρος;

Η απάντηση είναι πολύ πιο σύνθετη από το «τρώει πολύ».

Η παχυσαρκία αναγνωρίζεται σήμερα ως χρόνια, πολυπαραγοντική νόσος. Στην εμφάνισή της μπορούν να συμβάλλουν η γενετική προδιάθεση, οι μηχανισμοί που ρυθμίζουν την πείνα και τον κορεσμό, οι διατροφικές συνήθειες, η σωματική δραστηριότητα, ο ύπνος, το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον και η εύκολη πρόσβαση σε τρόφιμα υψηλής ενεργειακής πυκνότητας. Σε μικρότερο αριθμό παιδιών μπορεί να υπάρχει συγκεκριμένο νόσημα, γενετικό σύνδρομο ή φαρμακευτική αγωγή που συμβάλλει στην αύξηση του βάρους.

Επομένως, η φράση «απλώς πρέπει να τρώει λιγότερο»
σπάνια αποτελεί επαρκή λύση.

Είναι πάντα ορμονικό;

Αυτό είναι ένα πολύ συχνό ερώτημα των γονέων.

Οι ενδοκρινικές παθήσεις αποτελούν πολύ μικρότερο ποσοστό των περιπτώσεων παιδικής παχυσαρκίας σε σχέση με τους υπόλοιπους παράγοντες.

Ο παιδίατρος εξετάζει όχι μόνο το βάρος αλλά και το ύψος και την ταχύτητα ανάπτυξης, την έναρξη και την πορεία της αύξησης του βάρους, το οικογενειακό ιστορικό, τα φάρμακα που μπορεί να λαμβάνει το παιδί και την παρουσία άλλων συμπτωμάτων.

Όταν η κλινική εικόνα δημιουργεί υποψία υποκείμενου νοσήματος, τότε προχωρούμε στον κατάλληλο έλεγχο. Δεν χρειάζεται όμως κάθε παιδί με αυξημένο BMI έναν μεγάλο, αδιακρίτως επιλεγμένο «ορμονικό έλεγχο».

Γιατί μας ενδιαφέρει το αυξημένο βάρος από την παιδική ηλικία;

Όχι για αισθητικούς λόγους.

Η παχυσαρκία στην παιδική και εφηβική ηλικία μπορεί να συνδέεται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης προβλημάτων όπως υπέρταση, διαταραχές των λιπιδίων, αντίσταση στην ινσουλίνη, σακχαρώδη διαβήτης τύπου , λιπώδη νόσος του ήπατος, υπνική άπνοια και ορθοπεδικά προβλήματα.

Υπάρχει όμως και μια άλλη πλευρά που δεν πρέπει να υποτιμάται:
η ψυχική υγεία του παιδιού.

Τα παιδιά με αυξημένο βάρος μπορεί να βιώνουν πειράγματα, εκφοβισμό (bullying), κοινωνικό αποκλεισμό ή αρνητικά σχόλια για το σώμα τους. Το στίγμα γύρω από το βάρος δεν βοηθά στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας· αντίθετα, μπορεί να επιβαρύνει την ψυχολογική κατάσταση και τη σχέση του παιδιού με το φαγητό και το σώμα του.

Γι’ αυτό η σύγχρονη παιδιατρική προσέγγιση πρέπει να είναι
οικογενειοκεντρική και χωρίς στιγματισμό.

Χρειάζεται το παιδί να κάνει δίαιτα;

Συνήθως η σωστή ερώτηση δεν είναι «ποια δίαιτα πρέπει να κάνει;», αλλά:

«Τι μπορούμε να αλλάξουμε ως οικογένεια ώστε να υποστηρίξουμε καλύτερα την ανάπτυξη και την υγεία του;»

Ένα παιδί δεν είναι ένας μικρός ενήλικας. Αναπτύσσεται, ψηλώνει και έχει συγκεκριμένες ανάγκες σε ενέργεια και θρεπτικά συστατικά.

Ανάλογα με την ηλικία, το στάδιο ανάπτυξης και τον βαθμό του αυξημένου βάρους, ο στόχος μπορεί να μην είναι καν η άμεση απώλεια κιλών. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να επιδιώκεται η σταθεροποίηση ή η βραδύτερη αύξηση του βάρους καθώς το παιδί συνεχίζει να ψηλώνει.

Γι’ αυτό αυστηρές δίαιτες, παρατεταμένη νηστεία, αποκλεισμός ολόκληρων ομάδων τροφίμων ή δίαιτες ενηλίκων δεν πρέπει να εφαρμόζονται αυθαίρετα σε παιδιά.

Η αλλαγή αφορά ολόκληρη την οικογένεια

Είναι πολύ δύσκολο να πούμε σε ένα παιδί «εσύ δεν επιτρέπεται να φας αυτό» όταν το ίδιο τρόφιμο βρίσκεται καθημερινά μπροστά του και όλοι οι υπόλοιποι το καταναλώνουν.

Η αποτελεσματικότερη προσέγγιση είναι οικογενειακή. Οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες δίνουν ιδιαίτερη έμφαση σε πολυπαραγοντικές παρεμβάσεις που εμπλέκουν το παιδί και την οικογένεια και δουλεύουν ταυτόχρονα πάνω στη διατροφή, τη σωματική δραστηριότητα και τις καθημερινές συμπεριφορές.

Αυτό σημαίνει ότι δεν «διορθώνουμε το παιδί». Βελτιώνουμε το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνει.

Τι μπορούμε να αλλάξουμε στην καθημερινότητα;

Οι μεγάλες αλλαγές συνήθως ξεκινούν από μικρές, επαναλαμβανόμενες συνήθειες:

  • Να υπάρχουν τακτικά οικογενειακά γεύματα και όσο γίνεται λιγότερο φαγητό μπροστά σε οθόνη.

  • Το νερό να αποτελεί το βασικό καθημερινό ρόφημα και τα ζαχαρούχα ποτά να μην είναι καθημερινή συνήθεια.

  • Να προσφέρονται συχνά λαχανικά, φρούτα, όσπρια, δημητριακά ολικής άλεσης και άλλες λιγότερο επεξεργασμένες τροφές, χωρίς να μετατρέπεται το τραπέζι σε πεδίο μάχης. Ο ΠΟΥ τονίζει ότι η υγιεινή διατροφή βασίζεται κυρίως σε ποικιλία ελάχιστα επεξεργασμένων ή μη επεξεργασμένων τροφίμων και στις αρχές της επάρκειας, ισορροπίας, μέτρου και ποικιλίας.

  • Να αποφεύγουμε να χρησιμοποιούμε το φαγητό ως ανταμοιβή, τιμωρία ή παρηγοριά.

  • Να προστατεύουμε τον επαρκή και σταθερό ύπνο.

  • Να δημιουργούμε καθημερινές ευκαιρίες για κίνηση και παιχνίδι.

Για τα παιδιά και τους εφήβους 5–17 ετών, ο ΠΟΥ συστήνει κατά μέσο όρο τουλάχιστον 60 λεπτά μέτριας έως έντονης σωματικής δραστηριότητας την ημέρα. Και αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα μόνο οργανωμένο άθλημα, το παιχνίδι, το περπάτημα, το ποδήλατο, ο χορός και άλλες δραστηριότητες που κινητοποιούν το σώμα έχουν ιδιαίτερη αξία.

«Δεν τρώει πολύ. Πώς γίνεται να έχει πάρει βάρος;»

Επειδή δεν έχει σημασία μόνο η ποσότητα που βλέπουμε στο κυρίως γεύμα.

Μικρά αλλά συχνά σνακ, θερμιδικά ροφήματα, χυμοί, μεγάλα μεγέθη μερίδων, συχνά έτοιμα τρόφιμα και τσιμπολόγημα μπροστά στην οθόνη μπορούν να προσθέτουν σημαντική ενέργεια χωρίς η οικογένεια να έχει την αίσθηση ότι το παιδί «τρώει πολύ».

Παράλληλα, η μειωμένη καθημερινή κίνηση και ο ανεπαρκής ύπνος μπορούν να συμμετέχουν στο πρόβλημα.

Γι’ αυτό είναι συνήθως πιο χρήσιμο να εξετάσουμε ολόκληρη την καθημερινότητα του παιδιού παρά να επικεντρωθούμε σε ένα συγκεκριμένο τρόφιμο.

Προσοχή στη γλώσσα που χρησιμοποιούμε

«Πάχυνες.»

«Πρέπει να αδυνατίσεις.»

«Αν συνεχίσεις έτσι, θα γίνεις χοντρός.»

«Εσύ δεν μπορείς να φας γλυκό.»

Τέτοιες φράσεις μπορεί να πληγώσουν ένα παιδί χωρίς να το βοηθήσουν να αποκτήσει πιο υγιεινές συνήθειες.

Δεν χρειάζεται να σχολιάζουμε συνεχώς το βάρος, την κοιλιά ή το σώμα του παιδιού — ούτε θετικά ούτε αρνητικά.

Προτιμούμε να μιλάμε για υγεία, δύναμη, ενέργεια, ύπνο, κίνηση και φροντίδα του σώματος.

Και κυρίως προσέχουμε το παράδειγμα που δίνουμε εμείς οι ενήλικες. Όταν ένα παιδί ακούει καθημερινά έναν γονέα να λέει «πάχυνα, είμαι χάλια» ή «αυτό το φαγητό απαγορεύεται γιατί παχαίνει», μαθαίνει πολύ περισσότερα για τη σχέση με το σώμα και το φαγητό από όσα ίσως αντιλαμβανόμαστε.

Χρειάζονται εξετάσεις;

Όχι όλα τα παιδιά τις ίδιες εξετάσεις.

Ο παιδίατρος αξιολογεί το BMI και την πορεία ανάπτυξης, την αρτηριακή πίεση, το ατομικό και οικογενειακό ιστορικό, τη διατροφή, τη σωματική δραστηριότητα, τον ύπνο και πιθανά συμπτώματα.

Ανάλογα με την ηλικία, τον βαθμό του αυξημένου βάρους και τους παράγοντες κινδύνου, μπορεί να χρειαστεί εργαστηριακός έλεγχος για διαταραχές των λιπιδίων, του μεταβολισμού της γλυκόζης ή της ηπατικής λειτουργίας. Οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες αντιμετωπίζουν την αξιολόγηση αυτών των πιθανών συνοδών προβλημάτων ως σημαντικό μέρος της φροντίδας των παιδιών με παχυσαρκία.

Οι εξετάσεις λοιπόν δεν γίνονται «επειδή το παιδί είναι παχύ». Γίνονται όταν υπάρχει ιατρική ένδειξη, με βάση τη συνολική αξιολόγηση.

Αρκεί να περιμένουμε να «ψηλώσει»;

Όχι πάντα.

Υπάρχουν περίοδοι της ανάπτυξης στις οποίες το σώμα ενός παιδιού αλλάζει φυσιολογικά και ένα μεμονωμένο βάρος δεν πρέπει να μας οδηγεί σε βιαστικά συμπεράσματα.

Όταν όμως η καμπύλη του BMI παρουσιάζει σταθερή ανοδική πορεία ή το παιδί έχει ήδη υπέρβαρο ή παχυσαρκία, η απλή αναμονή δεν είναι η καλύτερη στρατηγική.

Η παχυσαρκία αντιμετωπίζεται σήμερα ως χρόνια κατάσταση που αξίζει έγκαιρη, ενεργή και μακροχρόνια φροντίδα, όχι ως κάτι που πρέπει να αγνοούμε ελπίζοντας ότι θα εξαφανιστεί μόνο του.

Υπάρχουν φάρμακα για την παιδική παχυσαρκία;

Σε ορισμένους εφήβους με παχυσαρκία μπορεί να υπάρχει ένδειξη φαρμακευτικής θεραπείας, πάντα στο πλαίσιο ολοκληρωμένης ιατρικής αντιμετώπισης και όχι ως υποκατάστατο των αλλαγών στον τρόπο ζωής. Οι σύγχρονες κατευθυντήριες οδηγίες της AAP περιλαμβάνουν τη φαρμακοθεραπεία ως θεραπευτική επιλογή για επιλεγμένους εφήβους ηλικίας 12 ετών και άνω, ανάλογα με τις ενδείξεις, τα οφέλη και τους κινδύνους.

Σε περιπτώσεις σοβαρής παχυσαρκίας μπορεί επίσης να χρειάζεται εκτίμηση από εξειδικευμένη διεπιστημονική ομάδα.

Αυτό είναι σημαντικό γιατί δείχνει ότι η παιδική παχυσαρκία
δεν αντιμετωπίζεται πλέον με μία μόνο προσέγγιση για όλους. Η θεραπεία εξατομικεύεται ανάλογα με την ηλικία, τη βαρύτητα και τις ανάγκες του παιδιού.

Ο στόχος δεν είναι ένα «αδύνατο παιδί»

Η συζήτηση για το βάρος ενός παιδιού χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή.

Δεν θέλουμε ένα παιδί που φοβάται το φαγητό, ντρέπεται για το σώμα του ή πιστεύει ότι η αξία του εξαρτάται από τον αριθμό της ζυγαριάς.

Θέλουμε ένα παιδί που μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου το υγιεινό φαγητό είναι διαθέσιμο χωρίς υπερβολικές απαγορεύσεις, η κίνηση αποτελεί φυσικό μέρος της ημέρας, ο ύπνος προστατεύεται και το σώμα αντιμετωπίζεται με σεβασμό.

Ο στόχος της αντιμετώπισης της παιδικής παχυσαρκίας δεν είναι απλώς να αλλάξει το βάρος. Είναι να προστατεύσουμε τη σωματική και ψυχική υγεία του παιδιού σήμερα και στο μέλλον.

Και αυτό επιτυγχάνεται καλύτερα όχι με ενοχές και αυστηρές δίαιτες, αλλά με έγκαιρη αναγνώριση, οικογενειακή συμμετοχή, ρεαλιστικές αλλαγές και σταθερή υποστήριξη.