Η εφηβεία είναι μια περίοδος σημαντικών αλλαγών. Ο έφηβος αναζητά μεγαλύτερη αυτονομία, διαμορφώνει την ταυτότητά του, επηρεάζεται περισσότερο από τις σχέσεις με τους συνομηλίκους και συχνά δοκιμάζει όρια — τα δικά του αλλά και των ενηλίκων γύρω του.
Η ανάληψη κάποιων ρίσκων μπορεί να αποτελεί μέρος αυτής της αναπτυξιακής πορείας. Ωστόσο, όταν εμφανίζονται
επαναλαμβανόμενες επιθετικές, επικίνδυνες ή παραβατικές συμπεριφορές, χρειάζεται να αναζητούμε τι μπορεί να βρίσκεται πίσω από αυτές και όχι απλώς να χαρακτηρίζουμε τον έφηβο ως «δύσκολο» ή «παραβατικό».
Η εφηβική παραβατικότητα είναι ένα σύνθετο φαινόμενο. Δεν έχει μία αιτία και σπάνια εξηγείται από έναν μόνο παράγοντα. Ατομικά χαρακτηριστικά, οικογενειακές και κοινωνικές συνθήκες, σχολικές δυσκολίες, σχέσεις με συνομηλίκους, εμπειρίες βίας ή εκφοβισμού, χρήση ουσιών και προβλήματα ψυχικής υγείας μπορεί να αλληλεπιδρούν.
Γι’ αυτό και η αποτελεσματική αντιμετώπιση ξεκινά περισσότερο από την
κατανόηση και την πρόληψη παρά από την αναζήτηση ευθυνών.
Η οικογένεια: παρουσία, επικοινωνία και όρια
Στην εφηβεία, η σχέση γονέα και παιδιού αλλάζει. Ο έφηβος χρειάζεται περισσότερο προσωπικό χώρο και αυτονομία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύει να χρειάζεται την παρουσία των γονέων.
Η θετική γονεϊκή εμπλοκή δεν σημαίνει συνεχή έλεγχο. Σημαίνει ότι ο γονέας γνωρίζει τι συμβαίνει στη ζωή του παιδιού του, ενδιαφέρεται για τις παρέες και τις δραστηριότητές του, παρατηρεί αλλαγές στη συμπεριφορά του και παραμένει διαθέσιμος για συζήτηση.
Παράλληλα, οι έφηβοι εξακολουθούν να χρειάζονται σαφή και σταθερά όρια. Τα όρια λειτουργούν καλύτερα όταν είναι κατανοητά, ανάλογα με την ηλικία, εφαρμόζονται με σχετική συνέπεια και αφήνουν σταδιακά περισσότερο χώρο για υπευθυνότητα και αυτονομία.
Ο στόχος δεν είναι ένας έφηβος που υπακούει σε όλα. Είναι ένας νέος άνθρωπος που σταδιακά μαθαίνει να κάνει επιλογές, να προβλέπει συνέπειες και να αναλαμβάνει ευθύνη για τις πράξεις του.
Ακούμε πριν κρίνουμε
Η επικοινωνία με έναν έφηβο δεν είναι πάντοτε εύκολη. Μπορεί να απαντά μονολεκτικά, να απομακρύνεται, να θυμώνει ή να απορρίπτει τις συμβουλές των ενηλίκων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς πρέπει να σταματήσουν να προσπαθούν.
Συχνά, πριν από τη συμβουλή χρειάζεται η ακρόαση. Ερωτήσεις όπως «Τι συνέβη;», «Πώς το βλέπεις εσύ;» ή «Υπάρχει κάτι που σε δυσκολεύει τελευταία;» μπορούν να ανοίξουν έναν διάλογο πολύ περισσότερο από μια ανάκριση ή ένα κήρυγμα.
Ο έφηβος δεν χρειάζεται οι γονείς του να συμφωνούν με κάθε επιλογή του. Χρειάζεται όμως να γνωρίζει ότι μπορεί να επιστρέψει σε αυτούς ακόμη και όταν έχει κάνει ένα λάθος.
Αυτό δεν καταργεί τις συνέπειες μιας συμπεριφοράς. Δημιουργεί όμως τις προϋποθέσεις ώστε η οικογένεια να μπορέσει να την αντιμετωπίσει.
Ο ρόλος του σχολείου
Το σχολείο αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους χώρους της καθημερινής ζωής του εφήβου. Ένα περιβάλλον στο οποίο ο μαθητής αισθάνεται ότι ανήκει, αντιμετωπίζεται με σεβασμό και μπορεί να απευθυνθεί σε έναν ενήλικα όταν δυσκολεύεται έχει σημαντική προστατευτική αξία.
Παράλληλα, αλλαγές όπως η απότομη πτώση της σχολικής επίδοσης, οι συχνές απουσίες, η απομόνωση, οι επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις ή η έντονη επιθετικότητα μπορεί να αποτελούν ενδείξεις ότι ένας έφηβος χρειάζεται περισσότερη προσοχή.
Καμία από αυτές τις συμπεριφορές από μόνη της δεν σημαίνει ότι ένα παιδί θα αναπτύξει παραβατικότητα. Μπορεί όμως να αποτελέσει αφορμή για
έγκαιρη διερεύνηση και υποστήριξη.
Πότε μια αλλαγή στη συμπεριφορά χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή;
Οι αλλαγές στη διάθεση και στη συμπεριφορά είναι συχνές στην εφηβεία. Εκείνο που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η ένταση, η διάρκεια και το κατά πόσο επηρεάζουν τη λειτουργικότητα και την ασφάλεια του εφήβου ή των ανθρώπων γύρω του.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν παρατηρούνται επίμονη επιθετικότητα ή βίαιη συμπεριφορά, επαναλαμβανόμενες επικίνδυνες πράξεις, σημαντική απομάκρυνση από το σχολείο ή την οικογένεια, χρήση ουσιών, σοβαρές αλλαγές στον ύπνο ή στη διάθεση ή συμπεριφορές που θέτουν τον ίδιο ή άλλους σε κίνδυνο.
Πίσω από μια δύσκολη συμπεριφορά μπορεί να υπάρχει ένα εξίσου δύσκολο συναίσθημα ή μια κατάσταση που ο έφηβος δεν γνωρίζει πώς να διαχειριστεί.
Γι’ αυτό το ερώτημα δεν είναι μόνο «Πώς θα σταματήσουμε αυτή τη συμπεριφορά;», αλλά και «Τι προσπαθεί να μας πει αυτή η συμπεριφορά;»
Ο παιδίατρος και η ψυχοκοινωνική υγεία του εφήβου
Η παιδιατρική παρακολούθηση στην εφηβεία δεν αφορά μόνο το ύψος, το βάρος, τα εμβόλια ή τα σωματικά συμπτώματα.
Ο παιδίατρος πρωτοβάθμιας φροντίδας έχει τη δυνατότητα να παρακολουθεί συνολικά την πορεία του παιδιού και να συζητά ζητήματα που αφορούν τη διάθεση, το σχολείο, τις σχέσεις, τον ύπνο, τη χρήση ουσιών, τη σεξουαλική υγεία, το διαδίκτυο, τον εκφοβισμό και συμπεριφορές που μπορεί να θέτουν τον έφηβο σε κίνδυνο.
Ιδιαίτερα σημαντικό είναι να υπάρχει χώρος ώστε ο ίδιος ο έφηβος να μπορεί να μιλήσει και να αισθανθεί ότι ακούγεται.
Ο παιδίατρος δεν αντικαθιστά τον ειδικό ψυχικής υγείας. Μπορεί όμως να αποτελέσει ένα σημαντικό πρώτο σημείο αναγνώρισης και υποστήριξης, να αξιολογήσει αν χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση και, όταν είναι απαραίτητο, να παραπέμψει σε παιδοψυχίατρο, ψυχολόγο ή άλλη κατάλληλη υπηρεσία.
Σε πιο σύνθετες περιπτώσεις, η συνεργασία μεταξύ οικογένειας, παιδιάτρου, σχολείου και επαγγελματιών ψυχικής υγείας μπορεί να είναι καθοριστική.
Θετική γονεϊκή εμπλοκή: ούτε απουσία ούτε ασφυκτικός έλεγχος
Το να είναι ένας γονέας θετικά παρών στην εφηβεία μπορεί να σημαίνει κάτι πολύ απλό:
Να ενδιαφέρεται χωρίς να ανακρίνει. Να ακούει χωρίς να βιάζεται πάντοτε να δώσει λύση. Να γνωρίζει πού βρίσκεται και με ποιους συναναστρέφεται το παιδί του, με τρόπο κατάλληλο για την ηλικία του. Να θέτει όρια και να εξηγεί γιατί υπάρχουν. Να αναγνωρίζει την προσπάθεια και όχι μόνο το αποτέλεσμα. Να αφήνει χώρο για αυτονομία, παραμένοντας διαθέσιμος όταν ο έφηβος τον χρειάζεται.
Και ίσως το δυσκολότερο: να διατηρεί τη σχέση ακόμη και όταν χρειάζεται να διαφωνήσει με τη συμπεριφορά.
Δεν αναζητούμε «τον ένοχο» — αναζητούμε τι χρειάζεται ο έφηβος
Η παραβατική συμπεριφορά ενός εφήβου δεν πρέπει να αποτελεί αυτόματα ταυτότητά του.
Ένας έφηβος που παραβιάζει έναν κανόνα, εμπλέκεται σε μια σύγκρουση ή κάνει μια σοβαρά λανθασμένη επιλογή δεν είναι απαραίτητα «παραβατικός έφηβος». Χρειάζεται να αξιολογούμε τη συμπεριφορά, το πλαίσιο στο οποίο εμφανίστηκε, την επανάληψή της, τις συνέπειές της και τους παράγοντες που μπορεί να την τροφοδοτούν.
Η οικογένεια, το σχολείο και οι επαγγελματίες υγείας έχουν διαφορετικούς αλλά συμπληρωματικούς ρόλους. Η έγκαιρη επικοινωνία μεταξύ τους μπορεί να βοηθήσει ώστε μια δυσκολία να αναγνωριστεί πριν εξελιχθεί σε μεγαλύτερο πρόβλημα.
Σταθερά δίπλα στον έφηβο
Η εφηβεία απαιτεί μια λεπτή ισορροπία: ελευθερία και όρια, εμπιστοσύνη και επίβλεψη, αυτονομία και παρουσία.
Οι γονείς δεν χρειάζεται να είναι τέλειοι και ο έφηβος δεν χρειάζεται να είναι πάντα συνεργάσιμος.
Χρειάζεται όμως να υπάρχει μια σχέση αρκετά ασφαλής ώστε να αντέχει τις διαφωνίες, τα λάθη και τις δύσκολες περιόδους.
Γιατί η πρόληψη δεν αρχίζει όταν εμφανιστεί η παραβατικότητα. Αρχίζει πολύ νωρίτερα — με σχέση, επικοινωνία, σταθερά όρια και έγκαιρη αναγνώριση όταν ένας έφηβος δυσκολεύεται.
Για ραντεβού και πληροφορίες, επικοινωνήστε με τον Γιάννη Ρίτσα, παιδίατρος Θεσσαλονίκη και παιδίατρος Εύοσμος.

